Τι είναι ο κερατόκωνος;

Ο κερατόκωνος είναι μία σχετικά σπάνια πάθηση του κερατοειδούς κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή λέπτυνση του κερατοειδούς χιτώνα στο κέντρο του, παίρνοντας τελικά μία κωνική μορφή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση υψηλής μυωπίας, ανώμαλου αστιγματισμού και την πτώση της όρασης. 

Η συχνότητα εμφάνισής του είναι περίπου ένα στα 700 άτομα και αφορά κυρίως νέους ηλικίας 15 έως 35 ετών. Η εξέλιξη της νόσου συνήθως σταματά μετά από τα 40 έτη. Ο κερατόκωνος προσβάλλει και τα δύο μάτια, αλλά συχνά με ασυμμετρία. Οι ασθενείς με κερατόκωνο χαρακτηριστικά αναγκάζονται να επισκέπτονται πολύ συχνά τον οφθαλμίατρο, καθώς η συνταγή των γυαλιών τους αλλάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα και σε σημαντικό βαθμό.

Κερατόκωνος

Εικόνα ενός φυσιολογικού κερατοειδή (αριστερά) και ενός κερατοκωνικού με την χαρακτηριστική εμφάνιση κώνου (δεξια)

Ποια είναι τα αίτια του κερατόκωνου;

Τα αίτια του κερατόκωνου είναι άγνωστα. Υπάρχουν ενδείξεις ότι σχετίζεται με την ύπαρξη γενετικής προδιάθεσης και σε κάποιες περιπτώσεις με κάποια γενετικά σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Down. Πέραν του γενετικού παράγοντα, τα αίτια που προκαλούν την εμφάνιση του κερατοκώνου περιλαμβάνουν:

  • Το τρίψιμο των ματιών από χρόνιες αλλεργικές κερατοεπιπεφυκίτιδες
  • Την άπνοια ύπνου
  • Τα νοσήματα κολλαγόνου (π.χ. το σύνδρομο Ehlers-Danlos)
  • Το σύνδρομο floppy eyelid (“χαλαρών βλεφάρων’’)
  • Τη μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια
  • Ορμονολογικά αίτια

Ποια είναι τα συμπτώματα του κερατόκωνου;

Τα συμπτώματα του κερατόκωνου περιλαμβάνουν:

  • Σταδιακή παραμόρφωση των εικόνων
  • Γρήγορη επιδείνωση της οπτικής οξύτητας ακόμα και με πρόσφατη ανανέωση της συνταγής των γυαλιών
  • Θολή όραση
  • Διπλή όραση από το ένα μάτι

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κερατόκωνος εμφανίζει μεγάλο εύρος όσον αφορά την ταχύτητα εξέλιξης σε κάθε ασθενή. Υπάρχουν ασθενείς με κερατόκωνο, που παρουσιάζουν πολύ ήπια συμπτώματα, τα οποία είτε μένουν σταθερά για πολλά έτη είτε η επιδείνωσή τους είναι πολύ αργή. Αντίστοιχα, ένα άλλο μερίδιο ασθενών εμφανίζει πολύ επιθετική επιδείνωση των συμπτωμάτων εντός λίγων μηνών.

Πώς γίνεται η διάγνωση του κερατόκωνου; Εξετάσεις.

Η διάγνωση του κερατόκωνου βασίζεται στο ιστορικό συχνής αλλαγής της συνταγής γυαλιών, κυρίως σε ασθενείς των οποίων η μυωπία ή ο αστιγματισμός επιδεινώνεται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. 

Οι απαραίτητες εξετάσεις για τη διάγνωση της νόσου περιλαμβάνουν:

  • Μέτρηση της οπτικής οξύτητας με πλήρη διόρθωση.
  • Εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία.
  • Σκιασκοπία: Πρόκειται για εξέταση η οποία επιτρέπει την αξιολόγηση των αντανακλάσεων του κερατοειδούς χιτώνα στο φως.
  • Τοπογραφία κερατοειδούς: Αποτελεί την πιο βασική εξέταση για τη διάγνωση και επιτρέπει μια πλήρη και αναλυτική χαρτογράφηση της ανατομίας του κερατοειδούς χιτώνα, αποκαλύπτοντας ανωμαλίες πάχους ή κυρτότητας. Είναι, επίσης, πολύ σημαντική εξέταση για την παρακολούθηση των ασθενών στο βάθος του χρόνου, όσον αφορά τον έλεγχο σταθεροποίησης ή επιδείνωσης της κατάστασης, καθώς και την αξιολόγηση του αποτελέσματος της θεραπείας.
  • Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) για αναλυτική μέτρηση του πάχους των διαφορετικών στοιβάδων του κερατοειδούς.

Ποιες είναι οι ενδείξεις ότι ο κερατόκωνος είναι προχωρημένος;

Όταν ο κερατόκωνος έχει προχωρήσει σε βαρύτητα, έχουμε συγκεκριμένα ευρήματα στις εξετάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, όπως:

  • Μειωμένη οπτική οξύτητα, ακόμα και μετά από τη βέλτιστη διόρθωση με γυαλιά.
  • Λεπτές πτυχές μέσα στον κερατοειδή (Vogt striae) κατά την εξέταση με τη σχισμοειδή λυχνία. Οι πτυχές αυτές χαρακτηριστικά εξαφανίζονται με την άσκηση πίεσης στον οφθαλμό.
  • Ψαλιδοειδείς αντανακλάσεις στη σκιασκοπία.
  • Μεγάλη ποικιλία μετρήσεων και υψηλός αστιγματισμός κατά τη μέτρηση με το αυτόματο διαθλασίμετρο.
  • Χαρακτηριστικής μορφής αντανάκλαση (σαν σταγόνα λαδιού) κατά την άμεση οφθαλμοσκόπηση.
  • Το κάτω βλέφαρο προπίπτει όταν ο ασθενής κοιτά προς τα κάτω, εάν ο κώνος έχει ήδη μεγαλώσει σε μέγεθος.
  • Κατά την εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία μπορεί να φανούν μικρές επιφανειακές εναποθέσεις σιδήρου (Fleischer ring) γύρω από τη βάση του κερατόκωνου.
  • Σε πολύ προχωρημένες περιπτώσεις όπου ο ασθενής προσέρχεται με οξύ πόνο, μπορεί να φανεί ο οξύς ύδρωπας. Πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία η περιοχή του κώνου θολώνει ξαφνικά εξαιτίας μιας ρήξης στη βαθύτερη στοιβάδα του κερατοειδούς και της εισόδου υδατοειδους υγρού στο εσωτερικό του.

Ποια είναι η θεραπεία του κερατόκωνου;

Ο κερατόκωνος, αφού διαγνωστεί, θα αντιμετωπιστεί ανάλογα με τη βαρύτητα των ευρημάτων, το στάδιο της νόσου αλλά και την ηλικία του ασθενή.

Ένας ασθενής άνω των 35 ετών που διαγιγνώσκεται με κερατόκωνο και δεν παρουσιάζει συμπτώματα, μπορεί να κάνει χρήση ειδικών κερατοκωνικών φακών επαφής και να παρακολουθείται με τοπογραφία κερατοειδούς ανά εξάμηνο. Συνήθως στις ηλικίες αυτές η εξέλιξη είναι βραδεία και δεν απαιτεί χειρουργική επέμβαση.

Υπάρχουν διαφορετικές μέθοδοι αντιμετώπισης που στοχεύουν στην σταθεροποίηση της νόσου:

Η διασύνδεση κερατοειδούς (Corneal cross linking)

Το corneal cross linking είναι μια σχετικά καινούργια μέθοδος, η οποία αντιμετωπίζει με ελάχιστα επεμβατικό τρόπο το βασικό πρόβλημα στον κερατόκωνο, που είναι η αδύναμη σύνδεση των ινών κολλαγόνου του κερατοειδούς. Με τη μέθοδο αυτή δημιουργούνται επιπλέον σύνδεσμοι μεταξύ των κερατοειδικών ινιδίων κολλαγόνου, με αποτέλεσμα ο κερατοειδής χιτώνας να σκληραίνει και να δυναμώνει. 

Πρόκειται για μια γρήγορη και ανώδυνη επέμβαση η οποία διαρκεί από 15 έως 25 λεπτά. Περιλαμβάνει την ενστάλαξη σταγόνων ριβοφλαβίνης (φωτοσυνθετική βιταμίνη Β2) στον κερατοειδή και την ακτινοβόλησή του με υπεριώδη ακτινοβολία Α (UVA). Με την επέμβαση corneal collagen cross linking επιτυγχάνεται η σταθεροποίηση της κατάστασης και συχνά η βελτίωση της όρασης. Σημειώνουμε ότι η επέμβαση πραγματοποιείται σε ένα μάτι τη φορά, καθώς πρώτα χειρουργείται το μάτι με τη σοβαρότερη μορφή κερατόκωνου. Συνήθως χρειάζεται ένα διάστημα 3 έως 6 μηνών πριν χειρουργηθεί το άλλο μάτι. 

Φωτοδιαθλαστική ενδοστρωματική διασύνδεση κολλαγόνου (PiXL ή Photorefractive Intrastromal Cross-Linking)

Είναι μία νέα μέθοδος κατά την οποία χρησιμοποιείται μεγαλύτερης ροής υπεριώδης ακτινοβολία σε σύγκριση με την κλασική διασύνδεση κολλαγόνου. Εφαρμόζεται με καλύτερα διαθλαστικά αποτελέσματα σε ασθενείς των οποίων η ανώμαλη τοπογραφία κερατοειδούς δεν επιτρέπει τη διόρθωση της μυωπίας και του αστιγματισμού με τη συμβατική μέθοδο λέιζερ, ενώ ταυτόχρονα δυναμώνει τον κερατοειδή.

Συνδυασμός corneal collagen cross linking με PRK (φωτοδιαθλαστική κερατεκτομή)

Σε κάποιους ασθενείς με ήπιο κερατόκωνο είναι δυνατή η εφαρμογή της διασύνδεσης κολλαγόνου για τη σταθεροποίηση της κυρτότητας του κερατοειδούς και στη συνέχεια η εφαρμογή της μεθόδου PRK για τη μείωση των βαθμών μυωπίας και αστιγματισμού. Με αυτόν τον τρόπο βελτιώνεται η οπτική οξύτητα, ακόμα και χωρίς την ανάγκη χρήσης φακών επαφής.

Ενδοστρωματικοί δακτύλιοι

Οι ενδοστρωματικοί δακτύλιοι αποτελούν μια προσωρινή λύση για την επιπέδωση των πολύ κυρτών σημείων του κερατοειδούς με ένθεση ειδικών τοξοειδών δακτυλίων στην περιφέρειά του. Η τοποθέτησή τους γίνεται με τη βοήθεια του femtosecond laser, το οποίο χρησιμοποιείται σε διάφορες επεμβάσεις των οφθαλμών, κυρίως στη διαθλαστική επέμβαση LASIK, αλλά και στην εγχείρηση καταρράκτη. Η διαφορά της επέμβασης αυτής από το κλασσικό cross linking είναι ότι δε δρα στη βάση του προβλήματος, που είναι η αδυναμία της σύνδεσης των ινιδίων κολλαγόνου του κερατοειδούς. 

Μεταμόσχευση κερατοειδούς (κερατοπλαστική)

Η μεταμόσχευση κερατοειδούς είναι μία παραδοσιακή μέθοδος και περιλαμβάνει ολικού πάχους αντικατάσταση του κερατοειδούς με μόσχευμα από δότη. Η πιο σύγχρονη μέθοδος ονομάζεται Deep Anterior Lamellar Keratoplasty (DALK) και περιλαμβάνει μερικού πάχους μεταμόσχευση κερατοειδούς που σημαίνει ταχύτερη επούλωση, πολύ χαμηλότερα ποσοστά απόρριψης του μοσχεύματος και καλύτερη μετεγχειρητική όραση. Η μεταμόσχευση κερατοειδούς αποτελεί πια επέμβαση ρουτίνας, αν και -ευτυχώς- η ανάγκη εφαρμογής της έχει μειωθεί δραστικά μετά από την ανάπτυξη του corneal cross linking.

Πριν από την επέμβαση για κερατόκωνο

Κατά την προεγχειρητική διαδικασία, ο ασθενής πρέπει να διακόψει τη χρήση φακών επαφής δύο εβδομάδες πριν από την ημέρα του χειρουργείου. Αυτό ισχύει είτε χρησιμοποιεί ημίσκληρους κερατοκωνικούς είτε απλούς μαλακούς φακούς επαφής. Δεν απαιτείται νηστεία, καθώς η επέμβαση γίνεται με τοπική αναισθησία με τη χρήση οφθαλμικών αναισθητικών σταγόνων. Την προηγούμενη αλλά και την ημέρα του χειρουργείου λαμβάνει κανονικά τα φάρμακά του.

Την ημέρα πραγματοποίησης του χειρουργείου ο ασθενής πρέπει να βρίσκεται στη κλινική μία ώρα νωρίτερα, ενώ απαιτείται η παρουσία συνοδού για την επιστροφή του στο σπίτι. Ακόμη, είναι σημαντικό να έχει προμηθευτεί εκ των προτέρων τις σταγόνες που θα χρησιμοποιήσει μετεγχειρητικά και που θα έχει συνταγογραφήσει ο οφθαλμίατρος. 

Μετά από την επέμβαση για κερατόκωνο. Χρόνος αποκατάστασης.

Μετά από την επέμβαση, ο ασθενής επιστρέφει στο σπίτι του άμεσα και ξεκινάει τη χρήση των οφθαλμικών σταγόνων που του έχει υποδείξει ο ιατρός του. Είναι φυσιολογικό τις πρώτες ημέρες μετά από την επέμβαση να υπάρχουν τα παρακάτω συμπτώματα:

  • Αίσθημα ξένου σώματος, αίσθημα καύσου και πόνος
  • Θολερότητα όρασης
  • Φωτοευαισθησία
  • Δακρύρροια

Την πέμπτη μετεγχειρητική ημέρα αφαιρείται, στο ιατρείο, ο προστατευτικός φακός επαφής που έχει τοποθετηθεί κατά το τέλος της επέμβασης. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται ήδη απο την τέταρτη ή πέμπτη ημέρα μετά την επέμβαση, ενώ ο ασθενής συνεχίζει τη χρήση οφθαλμικού κολλυρίου για 3 μήνες. Μετά από τις πρώτες 6 εβδομάδες, γίνεται επανέλεγχος με τοπογραφία κερατοειδούς και εφαρμογή φακών επαφής. Τέλος, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι περισσότεροι ασθενείς παρατηρούν βελτίωση της όρασης ήδη από τις πρώτες εβδομάδες μετά την επέμβαση.

O Δρ. Θάνος Μπεζάτης είναι χειρουργός οφθαλμίατρος στην Αθήνα και διατηρεί σύγχρονο οφθαλμολογικό ιατρείο στο Κολωνάκι. Ειδικεύεται στη χειρουργική του καταρράκτη, τη διαθλαστική χειρουργική και στη χειρουργική βλεφάρων και δακρυϊκού συστήματος. Είναι ειδικευθείς και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βόννης και μετεκπαιδευμένος επί εξαετία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει διατελέσει διευθυντής τμήματος Καταρράκτη και Οφθαλμοπλαστικής του Moorfields Eye Hospital London.