Τι είναι η πάρεση προσωπικού νεύρου;

Η πάρεση προσωπικού νεύρου είναι η απώλεια λειτουργίας του προσωπικού νεύρου ή αλλιώς της έβδομης εγκεφαλικής συζυγίας. Το νεύρο αυτό ελέγχει την κινητικότητα των μυών του προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των μυών των φρυδιών, των βλεφάρων, της παρειάς και του στόματος, καθώς και την παραγωγή δακρύων. Μία βλάβη στο προσωπικό νεύρο μπορεί να επηρεάσει όλες αυτές τις λειτουργίες και να έχει καταστροφικές συνέπειες για την υγεία του ματιού. Η παράλυση τύπου Bell αποτελεί την πιο συχνή μορφή τέτοιας παράλυσης. 

Ποια είναι τα αίτια και οι τύποι της πάρεσης προσωπικού νεύρου;

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές αιτίες της πάρεσης του προσωπικού νεύρου, με βάση τις οποίες η πάθηση ταξινομείται στους παρακάτω τύπους:

  • Ιδιοπαθής ή αλλιώς παράλυση Bell. Η αιτία είναι άγνωστη, αλλά πιθανολογείται ότι σχετίζεται με ιογενείς λοιμώξεις, αδυναμία του ανοσοποιητικού συστήματος και ψύξη στο πρόσωπο. 
  • Συγγενής, όπου η βλάβη υπάρχει εκ γενετής.
  • Μολυσματική, μετά από λοίμωξη με μικρόβια.
  • Τραυματική: Οφείλεται σε τραυματισμό στην πορεία του προσωπικού νεύρου από τον εγκέφαλο ως τους τελικούς του κλάδους στο πρόσωπο.
  • Νεοπλαστική: Οφείλεται σε καλοήθη ή κακοήθη όγκο που πιέζει το προσωπικό νεύρο.
  • Ιατρογενής: Οφείλεται σε επιπλοκή χειρουργικής επέμβασης, όπου τραυματίζεται το νεύρο.

Ποια είναι τα συμπτώματα της παράλυσης προσωπικού νεύρου;

Τα συμπτώματα της πάρεσης του προσωπικού νεύρου είναι έντονα και εμφανίζονται ξαφνικά. Ξεκινούν με σταδιακή αδυναμία των μυών στην πλευρά του προσώπου που αντιστοιχεί η βλάβη και περιλαμβάνουν:

  • Πτώση της γωνίας του στόματος.
  • Δυσκολία στο σφύριγμα και το χαμόγελο.
  • Αδυναμία ρυτίδωσης του μετώπου.
  • Αδυναμία σύγκλεισης του οφθαλμού στην πλευρά της παράλυσης και αργό ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων.
  • Άνοδο του άνω βλεφάρου και πτώση του κάτω βλεφάρου.
  • Στροφή προς τα έξω του κάτω βλεφάρου, δηλαδή εντρόπιο.
  • Πτώση του φρυδιού.
  • Κόκκινο και ερεθισμένο οφθαλμό από ημιτελές κλείσιμο.
  • Εμβοές.

Σε περιπτώσεις που η πάρεση του προσωπικού νεύρου υφίσταται για μήνες υπάρχουν συμπτώματα που είναι χαρακτηριστικά όπως:

  • Συνκινησία: Πιο χαρακτηριστικά, όταν ο ασθενής προσπαθεί να σφυρίξει ή να μασήσει παρατηρείται κλείσιμο των βλεφάρων. Αυτό συμβαίνει γιατί, μήνες μετά την παράλυση, οι ίνες του νεύρου στην προσπάθειά τους να αναγεννηθούν, κατευθύνονται προς τον λάθος μυ και τον ενεργοποιούν ακούσια.
  • Δακρύρροια, τα λεγόμενα και “κροκοδείλια δάκρυα”: Μία άλλη περίπτωση λάθος ανακατεύθυνσης των ινών του προσωπικού νεύρου σε χρόνιες καταστάσεις είναι η περίπτωση της δακρύρροιας κατά την μάσηση. Σε αυτήν τη περίπτωση οι ίνες έχουν ανακατευθυνθεί προς τον δακρυϊκό αδένα, ο οποίος παράγει δάκρυα όσο ο ασθενής χρησιμοποιεί τους μασητήριους μύες.
  • Μείωση της όρασης από την χρόνια έκθεση του κερατοειδούς και ουλοποίησή του.

Ακόμη, μία πολύ σοβαρή επιπλοκή της παράλυσης Bell αποτελεί η απώλεια αισθητικότητας του κερατοειδούς χιτώνα, ο οποίος δε νευρώνεται από το προσωπικό νεύρο, αλλά από το τρίδυμο νεύρο. Μεγάλοι όγκοι, όπως το ακουστικό νευρίνωμα, μπορεί να πιέσουν και τα δύο νεύρα στην ίδια περιοχή. Αυτό μπορεί να προκαλέσει ταυτόχρονα με την πάρεση του προσωπικού και την βλάβη των ινών του τριδύμου, που εξυπηρετούν στην αισθητικότητα του κερατοειδούς. Το αποτέλεσμα είναι ο ασθενής αφενός να μην μπορεί να κλείσει το μάτι λόγω αδυναμίας των μυών και αφετέρου να μην έχει αισθητικότητα στον κερατοειδή. Έτσι, αυξάνεται σημαντικά ο κίνδυνος μόλυνσης και εξέλκωσής του, απειλώντας την όραση.

Πώς γίνεται η διάγνωση της παράλυσης προσωπικού νεύρου;

Η διάγνωση της παράλυσης του προσωπικού νεύρου είναι κλινική και γίνεται στο ιατρείο μετά από λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού και οφθαλμολογική εκτίμηση στη σχισμοειδή λυχνία. Τα χαρακτηριστικά ευρήματα της μυϊκής αδυναμίας του μισού προσώπου και η έλλειψη άλλων νευρολογικών συμπτωμάτων βοηθούν στη διάγνωση. Συχνά για τη διάγνωση της αιτίας χρειάζεται απεικονιστική μελέτη με μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου. Αξίζει να τονίσουμε ότι η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου είναι πολύ σημαντική. 

Ποια είναι η θεραπεία για την αντιμετώπιση της πάρεσης;

Η θεραπεία για την αντιμετώπιση της πάρεσης του προσωπικού νεύρου μπορεί να είναι μη χειρουργική ή χειρουργική:

Μη χειρουργική αντιμετώπιση

  • Συστηματική ενυδάτωση του οφθαλμού με χρήση τεχνητών δακρύων και οφθαλμικών αλοιφών.
  • Κλείσιμο του ματιού τις βραδινές ώρες κατά τον ύπνο με ειδική ταινία για προφύλαξη του κερατοειδούς.
  • Προστατευτικός “υγρός” θάλαμος πάνω από το μάτι. Στόχος είναι να προφυλάξει τον οφθαλμό από τραυματισμούς κατά τον ύπνο και να διατηρήσει την υγρασία στην επιφάνεια του κερατοειδούς.
  • Βελτίωση περιβαλλοντικών συνθηκών για τη μείωση ερεθισμού του ματιού, όπως είναι η αποφυγή καπνού και ξηρού αέρα.
  • Ένεση βοτουλινικής τοξίνης στον ανελκτήρα μυ του άνω βλεφάρου, προκειμένου να κατέβει το άνω βλέφαρο. Στόχος της ένεσης είναι η ενίσχυση της προστασίας του κερατοειδούς και η υποβοήθηση του κλεισίματος των βλεφάρων. Η χρήση της βοτουλινικής τοξίνης είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική και στην αντιμετώπιση των χρόνιων επιπλοκών της πάρεσης του προσωπικού νεύρου, δηλαδή της συνκινησίας και των κροκοδειλίων δακρύων. Η έγχυση γίνεται μέσα στους μύες που ακούσια συσπώνται καθώς και στον δακρυϊκό αδένα.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Η χειρουργική αντιμετώπιση περιλαμβάνει μια πληθώρα διαφορετικών χειρουργείων με σκοπό την ανακούφιση από τα συμπτώματα, αλλά και την επαναφορά της λειτουργίας των βλεφάρων και του οφθαλμού σε όσο το δυνατόν φυσιολογική κατάσταση. Επίσης, ένδειξη για χειρουργείο είναι η μη επαρκής ανταπόκριση σε συντηρητικά μέσα, όπου υφίσταται απειλή της υγείας του οφθαλμού.

Ποιες χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται;

Οι χειρουργικές επεμβάσεις που πραγματοποιούνται στην παράλυση του προσωπικού νεύρου περιλαμβάνουν μία ή συνδυασμό κάποιων από τις παρακάτω επεμβάσεις:

  • Σύσφιξη κάτω βλεφάρου: Μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους, αλλά συχνότερα χρειάζεται βράχυνση του βλεφάρου και σταθεροποίησή του στην έξω γωνία του κόγχου.
  • Ανόρθωση του φρυδιού: Η επέμβαση γίνεται με μικρή τομή κατά μήκος του άνω χείλους του φρυδιού. Έχει εξαιρετικά αποτελέσματα στην ανόρθωση του πεσμένου φρυδιού, αφαιρώντας το βάρος από το άνω βλέφαρο και αποκαθιστώντας τη συμμετρία.
  • Κατέβασμα του άνω βλεφάρου: Αυτή η επέμβαση γίνεται με την ένθεση ειδικών βαριδίων χρυσού ή αλυσίδας πλατίνας κάτω από το δέρμα του άνω βλεφάρου. Συχνά συνδυάζεται με χαλάρωση και οπίσθια μετάθεση των μυών που ανεβάζουν το βλέφαρο. Στόχος είναι  να εξασθενηθεί η δράση τους, ώστε να κατέβει το άνω βλέφαρο και να μπορεί ο ασθενής να κλείνει τον οφθαλμό.
  • Προσωρινή ταρσορραφή: Αναφέρεται στο προσωρινό κλείσιμο των βλεφάρων με ράμμα. Εφαρμόζεται σε βαριές καταστάσεις, όπου απειλείται η υγεία του κερατοειδούς.
  • Ανύψωση του μέσου προσώπου (midface lift): Στην πάρεση του προσωπικού νεύρου συμβαίνει συχνά κάθοδος του μέσου προσώπου και της παρειάς, εξαιτίας της απώλειας του τόνου των μυών. Αυτό συχνά χρειάζεται να διορθωθεί, όχι μόνο για αισθητικούς λόγους, αλλά και για να ενισχύσει το αποτέλεσμα της σύσφιξης του κάτω βλεφάρου, προσφέροντας επιπλέον υποστήριξη. Γίνεται με μικρή τομή κατά μήκος των βλεφαρίδων του κάτω βλεφάρου και χρησιμοποιούνται ειδικά εσωτερικά απορροφήσιμα ράμματα ανόρθωσης της παρειάς.
Παραλυση προσωπικού νεύρου

Περιφερική πάρεση προσωπικού νεύρου στην αριστερή πλευρά του προσώπου

Παραλυση προσωπικού νεύρου

Ο ασθενής αδυνατεί να κλείσει το μάτι του

Παραλυση προσωπικού νεύρου

Δύο εβδομάδες μετά από ένθεση βαριδίου χρυσού στο αριστερό άνω βλέφαρο και σύσφιξη κάτω βλεφάρου

Παραλυση προσωπικού νεύρου

Ο ασθενής μπορεί να κλείσει πλήρως το αριστερό μάτι

O Δρ. Θάνος Μπεζάτης είναι χειρουργός οφθαλμίατρος στην Αθήνα και διατηρεί σύγχρονο οφθαλμολογικό ιατρείο στο Κολωνάκι. Ειδικεύεται στη χειρουργική του καταρράκτη, τη διαθλαστική χειρουργική και στη χειρουργική βλεφάρων και δακρυϊκού συστήματος. Είναι ειδικευθείς και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βόννης και μετεκπαιδευμένος επί εξαετία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει διατελέσει διευθυντής τμήματος Καταρράκτη και Οφθαλμοπλαστικής του Moorfields Eye Hospital London.