Τα δάκρυα είναι απαραίτητα για την ενυδάτωση και προστασία της επιφάνειας του οφθαλμού.

Η δακρύρροια παρατηρείται είτε σε υπερβολική παραγωγή δακρύων από το δακρυϊκό αδένα είτε σε προβληματική παροχέτευσή τους μέσω του ρινοδακρυϊκού συστήματος, είτε σε συνδυασμό των δύο.

Η υπερβολική παραγωγή δακρύων μπορεί να σχετίζεται με ξηροφθαλμία και κακή ποιότητα παραγόμενων δακρύων με αποτέλεσμα η ερεθισμένη οφθαλμική επιφάνεια να προκαλεί αυτόματα την συνεχιζόμενη παραγωγή δακρύων οδηγώντας σε ένα φαύλο κύκλο. Αλλεργίες και φλεγμονές του οφθαλμού μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε υπερβολική παραγωγή δακρύων.
Η ελαττωμένη παροχέτευση των δακρύων μπορεί να οφείλεται σε χαλαρότητα του κάτω βλεφάρου καθώς το δακρυϊκό σημείο μετατοπίζεται και δεν μπορεί να παροχετεύσει τα δάκρυα.
Η απόφραξη του ρινοδακρυϊκού συστήματος μπορεί να συμβεί καθ’όλο το μήκος του και το ακριβές σημείο μπορεί να προσδιοριστεί κατά την εξέταση. Στην περίπτωση απόφραξης του συχνά παρατηρείται συσσώρευση βλέννης στην επιφάνεια του ματιού και ερεθισμός.

Δακρύρροια

Συχνές ερωτήσεις και πληροφορίες σχετικά με τη Δακρύρροια

Τι συμπτώματα προκαλεί η δακρύρροια?

Η δακρύρροια προκαλεί θολή όραση, ερεθισμό, πόνο και ενίοτε παρουσία βλέννης στην επιφάνεια του ματιού.

Πώς θεραπεύεται η δακρύρροια?

Η θεραπεία είναι ανάλογη της αιτίας.
Σε περίπτωση ξηροφθαλμίας χορηγούνται τεχνητά δάκρυα για να βελτιωθεί η ποιότητα των παραγόμενων δακρύων. Συχνά είναι βοηθητική και η χρήση τοπικών στεροειδών για να μειωθεί το στοιχείο της φλεγμονής. Σε περιπτώσεις αλλεργίας ή φλεγμονής χορηγούνται τα απαραίτητα κολλύρια. Αν η αιτία είναι μια χαλαρότητα του βλεφάρου τότε αυτό διορθώνεται χειρουργικά (βλ. εκτρόπιο).
Στην απόφραξη του ρινοδακρυϊκού συστήματος η λύση είναι η επέμβαση ασκορινοστομίας.
Η ασκορινοστομία είναι μια επέμβαση που στοχεύει στη παράκαμψη της στένωσης και τη δημιουργία μιας νέας διόδου των δακρύων από το μάτι στη μύτη. Γίνεται υπό γενική αναισθησία και υπάρχουν δύο μέθοδοι: Η εξωτερική και η ενδοσκοπική ασκορινοστομία. Περιλαμβάνουν αφαίρεση οστού του πλαγίου τοιχώματος της μύτης και τοποθέτηση μικρών stent σιλικόνης που αφαιρούνται στο ιατρείο 6 εβδομάδες μετά. Η επιτυχία της επέμβασης αγγίζει το 90-95%.

Ποια μέθοδος είναι καλύτερη?

Και οι δύο μέθοδοι έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Η ενδοσκοπική επέμβαση φέρει το πλεονέκτημα ότι δεν χρειάζεται εξωτερική τομή, προϋποθέτει όμως αρκετό χώρο μέσα στη μύτη για να γίνει με επιτυχία. Για παράδειγμα, ασθενείς με ιστορικό κατάγματος στη μύτη συνήθως δεν είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για αυτό τον τύπο επέμβασης λόγω ανατομικών αλλοιώσεων.
Η εξωτερική μέθοδος περιλαμβάνει τομή στο δέρμα η οποία όμως κατά κανόνα εξαφανίζεται μετά από 6 μήνες. Η τομή κλείνεται με μη απορροφήσιμα ράμματα που αφαιρούνται στον πρώτο επανέλεγχο, δηλαδή μία εβδομάδα μετά το χειρουργείο.

Πριν το χειρουργείο

Ο ασθενής διακόπτει τη λήψη αντιπηκτικών ή μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων καθώς αυτά αυξάνουν τον κίνδυνο διεγχειρητικής αιμορραγίας και μειώνουν το ποσοστό επιτυχίας της επέμβασης.

Μετά το χειρουργείο

Ο ασθενής παίρνει εξιτήριο την ίδια ημέρα. Χορηγούνται αντιβιοτικά κολλύρια και συστήνεται στον ασθενή ξεκούραση για λίγες ημέρες, αποφυγή φυσήματος της μύτης για μία εβδομάδα και κατανάλωσης ζεστών ροφημάτων για δύο ημέρες. Η πιθανότητα της ρινικής αιμορραγίας είναι πολύ μικρή και αντιμετωπίζεται στη πλειονότητα των περιπτώσεων με συντηρητική θεραπεία.
Ο ασθενής επανεξετάζεται μία εβδομάδα μετά το χειρουργείο.